γενική αστική ευθύνη, ευθύνη εργοδότου, ευθύνη προϊόντος

Ο βασικός νομοθετικός πυλώνας πάνω στον οποίο στηρίζεται το νομικό πλέγμα των ευθυνών (και κατ’ επέκταση και η ασφάλισή τους) είναι ο Αστικός Κώδικας (Α.Κ.), άρθρα 914-932 «…όποιος ζημιώσει άλλο παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει». Σε άλλα άρθρα του Α.Κ. και σε άλλα νομοθετήματα εξειδικεύονται οι διάφορες περιπτώσεις ευθυνών.

Ειδικά στις μεγάλες επιχειρήσεις, οι αξιώσεις από οποιοδήποτε είδος ευθύνης είναι και συχνότερες και μεγαλύτερες και θα μπορούσαν σε σοβαρές περιπτώσεις να κλονίσουν τη γενικότερη ευρωστία της επιχείρησης. Για το λόγο αυτόν, η ασφάλιση των διαφόρων ευθυνών που υπέχει μια μεγαλύτερη επιχείρηση αποτελεί ουσιαστικό στοιχείο του συνολικού risk management που επεξεργάζεται.

 

Γενική Αστική Ευθύνη

Με το ασφαλιστήριο Γενικής Αστικής Ευθύνης η επιχείρηση καλύπτεται έναντι οικονομικών αξιώσεων τρίτων για ατυχήματα που θα συμβούν σε οποιονδήποτε τρίτο (ο οποίος δεν διατηρεί σχέση οικονομικής εξάρτησης με την ασφαλιζόμενη επιχείρηση) και θα οφείλονται αποκλειστικά σε αμελείς πράξεις ή παραβλέψεις της επιχείρησης κυρίως στους χώρους ή τις εγκαταστάσεις της.

Στην έννοια της "επιχείρησης" συμπεριλαμβάνονται οι "προστηθέντες" που είναι βασικά οι υπάλληλοι, εργάτες κλπ της επιχείρησης, αν και σε συμφωνία με την ασφαλιστική εταιρία μπορεί να συμπεριληφθούν και άλλα άτομα που εργάζονται για αυτήν με διαφορετική οικονομική σχέση.

Είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι η Γενική Αστική Ευθύνη διαφέρει ουσιαστικά και δεν έχει σχέση με την Επαγγελματική Αστική Ευθύνη, η οποία βασίζεται σε διαφορετικούς νόμους και για την οποία έχουμε αναφερθεί αναλυτικά σε άλλο σημείο.

Οι καλύψεις που προβλέπει ένα ασφαλιστήριο Γενικής Αστικής Ευθύνης αφορούν στην αποζημίωση αξιώσεων τρίτων για

(α) σωματικές βλάβες ή απώλεια ζωής  (συμπεριλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη) και για

(β) υλικές ζημιές σε πράγματα ή ζώα ιδιοκτησίας τρίτων.

Στο ασφαλιστήριο ορίζονται τα ανώτατα ποσά κάλυψης ανά ζημιογόνο γεγονός καθώς και ένα επαρκές (ανάλογα με την δραστηριότητα της κάθε επιχείρησης)  ανώτατο συνολικό ετήσιο όριο ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρίας για όλες τις ζημίες που μπορεί να συμβούν στη διάρκεια της περιόδου ασφάλισης.

Το κόστος της ασφάλισης είναι συνάρτηση των ποσών κάλυψης, της δραστηριότητας της επιχείρησης, του αριθμού των προστηθέντων, του ιστορικού ζημιών, τυχόν επεκτάσεων του συμβολαίου και βέβαια της εμπορικής πολιτικής κάθε ασφαλιστικής εταιρίας.

Η ασφάλιση της Γενικής Αστικής Ευθύνης είναι η πλέον διαδεδομένη στις επιχειρήσεις της αγοράς μας, έχει κατά κανόνα απλούς και τυποποιημένους όρους και αποτελεί ίσως το οικονομικότερο είδος ασφάλισης. 

Σε κάθε περίπτωση όμως, ένα ασφαλιστήριο Γενικής Αστικής Ευθύνης δεν επαρκεί για την πλήρη κάλυψη όλων των ευθυνών μιας επιχείρησης και θα πρέπει να εξετάζεται η πλαισίωσή του και με πρόσθετες ασφαλίσεις για τις υπόλοιπες ευθύνες που υπέχει μια μεγαλύτερη επιχείρηση – ανάλογα πάντα με την δραστηριότητά της.

 

Ευθύνη Εργοδότου

Με το ασφαλιστήριο Ευθύνης Εργοδότου καλύπτεται η αστική ευθύνη της επιχείρησης υπό την ιδιότητά της ως εργοδότη, και κατά κανόνα, μόνο για τις υποχρεώσεις της όπως προβλέπονται στα άρθρα του Αστικού Κώδικα 657, 658 και 932.

Είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε στο σημείο αυτό , ότι γενικά η εργατική νομοθεσία είναι από τις αυστηρότερες νομοθεσίες και το ίδιο ισχύει για τις κρίσεις των δικαστηρίων στα εργατικά ατυχήματα.

Η ασφάλιση αφορά στο έμμισθο εργατοτεχνικό και άλλο προσωπικό της επιχείρησης που ασφαλίζεται στο Ι.Κ.Α ή σε άλλο φορέα κύριας κοινωνικής ασφάλισης, για την περίπτωση σωματικών βλαβών ή θανάτου που θα προκληθούν αποκλειστικά και μόνο από ατύχημα κατά την εκτέλεση ή με αφορμή την εργασία και όχι από κάποια άλλη αιτία και που θα οφείλεται σε αμέλεια της επιχείρησης. Με δυο λόγια, η ασφάλιση αυτή αφορά αποκλειστικά εργατικά ατυχήματα, όπως τα ορίζει η νομοθεσία.

Στην έννοια του εργαζόμενου να συμπεριληφθεί και κάθε πρόσωπο που συνδέεται με την ασφαλιζόμενη επιχείρηση είτε με σύμβαση μίσθωσης έργου , είτε με σύμβαση παροχής υπηρεσιών, με τον όρο ότι στις περιπτώσεις αυτές θα συντρέχουν παράλληλα οι εκ του νόμου προϋποθέσεις που θα επιτρέπουν τη θεμελίωση ευθύνης της επιχείρησης ως εργοδότη έναντι των προσώπων αυτών.

Η κάλυψη που παρέχει το ασφαλιστήριο ευθύνης εργοδότου στην επιχείρηση αφορά συγκεκριμένα την υποχρέωση της επιχείρησης για καταβολή στον παθόντα της διαφοράς μεταξύ του ημερομίσθιου που παρέχεται από τον φορέα κύριας κοινωνικής ασφάλισης και εκείνου που πραγματικά καταβάλλεται, σύμφωνα με τις θεωρημένες μισθολογικές καταστάσεις, από την επιχείρηση, για όσες ημέρες θα απέχει ο παθών από την εργασία του, όπως ορίζεται στα άρθρα 657 και 658 του Α.Κ.

Η κάλυψη ισχύει για τα γεωγραφικά όρια που ορίζονται στο ασφαλιστήριο. Κατόπιν συμφωνίας της επιχείρησης με την ασφαλιστική εταιρία, τα όρια της ασφάλισης μπορούν να επεκταθούν πέραν της ελληνικής επικράτειας, π.χ. για την περίπτωση που εργαζόμενοι απασχολούνται για λογαριασμό της επιχείρησης για κάποιο διάστημα σε άλλη χώρα.

Με βάση το ασφαλιστήριο, η ασφαλιστική εταιρία υποχρεούται για καταβολή αποζημίωσης μόνον κατόπιν τελεσίδικης δικαστικής απόφασης εις βάρος της ασφαλιζόμενης επιχείρησης, διατηρεί ωστόσο το δικαίωμα να προβαίνει σε εξώδικο συμβιβασμό πριν από οποιαδήποτε δικαστική ενέργεια ή απόφαση.

Το κόστος της ασφάλισης είναι συνάρτηση του συνολικού μισθολογίου της επιχείρησης, του αριθμού των εργαζομένων ανά ειδικότητα, της δραστηριότητας της επιχείρησης, του ιστορικού ζημιών, τυχόν επεκτάσεων του συμβολαίου και βέβαια της εμπορικής πολιτικής κάθε ασφαλιστικής εταιρίας.

 

Ευθύνη Προϊόντος

Εξίσου σημαντικές με τις ευθύνες που υπέχει μια επιχείρηση έναντι οποιουδήποτε τρίτου και έναντι των εργαζομένων της (στις οποίες αναφερθήκαμε στις παραπάνω παραγράφους) είναι και η ευαίσθητη ευθύνη της , έναντι του καταναλωτικού κοινού για τα προϊόντα της.

Η ευθύνη αυτή ορίζεται στο αυστηρό νομικό πλαίσιο που αφορά στην προστασία των καταναλωτών και στην ευθύνη των παραγωγών προϊόντων.

Διευκρινίζεται ότι με βάση το ισχύον νομικό πλαίσιο, η έννοια του ‘παραγωγού’ δεν περιορίζεται μόνον στον κατασκευαστή ενός τελικού προϊόντος αλλά και στον παραγωγό κάθε πρώτης ύλης ή συστατικού (ανταλλακτικού) του τελικού προϊόντος ή ακόμη σε όποιον εμφανίζεται ως παραγωγός του προϊόντος χρησιμοποιώντας τη δική του επωνυμία, σήμα ή άλλο διακριτικό. Στην έννοια του ‘παραγωγού’ συμπεριλαμβάνεται επίσης όποιος εισάγει ή διακινεί ένα προϊόν για πώληση, μίσθωση, χρηματοδοτική μίσθωση ή οποιαδήποτε μορφή διανομής.

Γίνεται φανερό λοιπόν ότι ευθύνες απέναντι στον καταναλωτή ενός προϊόντος δεν σταματούν στον πωλητή από τον οποίο το αγόρασε , αλλά αφορούν σε όλη την αλυσίδα της παραγωγής και διακίνησής του. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι κάθε επιχείρηση που συμμετέχει σε αυτήν την αλυσίδα φέρει το μερίδιο της ευθύνης της, για το οποίο θα ήταν σοφό να είναι ασφαλισμένη, ειδικά αν πρόκειται για μεγαλύτερη επιχείρηση ευαίσθητων προϊόντων ή προϊόντων ευρείας κατανάλωσης.

Ας σημειωθεί δε, ότι η ευθύνη της επιχείρησης ως ‘παραγωγού’ από τη διάθεση ελαττωματικών προϊόντων στην αγορά είναι από τη νομοθεσία αντικειμενική και (θεωρητικά) απεριόριστη.

"Προϊόν" θεωρείται κάθε κινητό προϊόν (όχι υπηρεσία), ακόμα και αν αποτελεί ενσωματωμένο συστατικό άλλου κινητού ή ακίνητου αντικειμένου. Για να γίνει κατανοητό το εύρος του όρου, προϊόν θεωρείται ακόμα και η ηλεκτρική ενέργεια. Αντίθετα, στον ορισμό του προϊόντος δεν περιλαμβάνονται κατά την έννοια του νόμου τα προϊόντα εδάφους, κτηνοτροφίας, αλιείας, κυνηγιού, εκτός από εκείνα που έχουν υποστεί μεταποίηση.

Ένα προϊόν θεωρείται ελαττωματικό και δίνει το δικαίωμα στον καταναλωτή να εγείρει αξιώσεις εάν δεν παρέχει την ασφάλεια που δικαιούται να αναμένει ο καταναλωτής, είτε όσο αφορά στην εξωτερική εμφάνιση του προϊόντος είτε στη χρήση για την οποία λογικά προορίζεται είτε στο χρόνο κατά τον οποίο τέθηκε σε κυκλοφορία.

Για την θεμελίωση της ευθύνης, ο παθών καταναλωτής οφείλει να αποδείξει τη ζημία που υπέστη από το ελάττωμα του προϊόντος, δηλαδή την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ ελαττώματος και ζημίας.

Από τη δική της πλευρά, η επιχείρηση μπορεί να αντικρούσει την αξίωση του καταναλωτή είτε αποδεικνύοντας ότι δεν έθεσε το προϊόν σε κυκλοφορία είτε ότι το ελάττωμα δεν υπήρχε όταν το προϊόν ετέθη σε κυκλοφορία είτε ότι δεν κατασκεύασε ή διένειμε το προϊόν για οικονομικό σκοπό είτε ότι το προϊόν δεν χρησιμοποιήθηκε από τον καταναλωτή σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης ή τον ενδεδειγμένο τρόπο.

Βασικά οι υποθέσεις αυτές μπορούν να γίνουν αρκετά έως πολύ περίπλοκες και να καταλήξουν σε χρονοβόρες και κοστοβόρες δικαστικές διαμάχες.

Τα ασφαλιστήρια ευθύνης ελαττωματικών προϊόντων καλύπτουν (μέχρι τα όρια που έχουν συμφωνηθεί), όχι μόνο τις επιδικασθείσες στους καταναλωτές αποζημιώσεις αλλά και τα έξοδα της δικαστικής διαμάχης, τα οποία, ειρήσθω εν παρόδω, πολύ συχνά αποτελούν ισχυρό κίνητρο για εξωδικαστικούς συμβιβασμούς.

Μια συμπληρωματική αλλά εξαιρετικά σημαντική κάλυψη στα ασφαλιστήρια ευθύνης προϊόντος αποτελεί η κάλυψη ανάκλησης προϊόντων που αφορά σε παρτίδες ελαττωματικών προϊόντων που έχουν ήδη διανεμηθεί στην αγορά και καλύπτει το κόστος της επιχείρησης για να τα αποσύρει και να τα καταστρέψει με σκοπό τον περιορισμό των ζημιών που μπορεί να προκαλέσουν στους καταναλωτές. Σημειώνεται ότι συχνά η κάλυψη αυτή παρέχεται από ορισμένες ασφαλιστικές εταιρίες και μεμονωμένα σε ξεχωριστό ασφαλιστήριο.

Μία άλλη συμπληρωματική κάλυψη είναι αυτή της απώλειας εσόδων/κερδών από τη ζημία που προκάλεσε στην επιχείρηση το ελαττωματικό προϊόν και η ανάκλησή του από την αγορά.

Τέλος, υπάρχει μια ακόμα πιο εξειδικευμένη  κάλυψη, που διατίθεται όμως από ελάχιστες ασφαλιστικές εταιρίες στην ελληνική αγορά, που αφορά στην κάλυψη των εξόδων ειδικών συμβούλων για το damage control που προκάλεσε στη φήμη της επιχείρησης η ζημία.

Για τον καθορισμό του κόστους της ασφάλισης ευθύνης προϊόντος λαμβάνονται υπόψη τα ποσά κάλυψης, οι κύριες και συμπληρωματικές καλύψεις, ο κύκλος εργασιών της επιχείρησης, το είδος των προϊόντων και η συσκευασία τους, η διασπορά της διανομής, οι συνθήκες αποθήκευσης, το ιστορικό ζημιών και – πολύ σημαντικό – οι διαδικασίες ποιοτικού ελέγχου και η ύπαρξη σχεδίου διαχείρισης κρίσεων. 

Επισημαίνεται ότι οι καλύψεις που προσφέρουν οι 3 ασφαλίσεις που περιγράψαμε παραπάνω συμπεριλαμβάνονται ορισμένες φορές, συνήθως σε προαιρετική βάση και απλούστερη μορφή, σε ασφαλιστικά προγράμματα περιουσίας, ως πρόσθετες συμπληρωματικές καλύψεις. Στην περίπτωση αυτή η ασφαλιζόμενη επιχείρηση οφείλει να ελέγξει προσεκτικά, αν οι -κατά κανόνα- τυποποιημένοι όροι αυτών των προγραμμάτων της παρέχουν επαρκή κάλυψη.

Μεγαλύτερες επιχειρήσεις συνιστάται να συνάπτουν ξεχωριστά ασφαλιστήρια για αυτές τις καίριες ασφαλίσεις.

Οι συνεργάτες της Globalnet έχουν στη διάθεσή τους όλα τα ασφαλιστικά προγράμματα:

  • γενικής αστικής ευθύνης
  • ευθύνης εργοδότου
  • ευθύνης προϊόντος

των εκπροσωπούμενων ασφαλιστικών εταιριών και μπορούν να σας ενημερώσουν με υπευθυνότητα και σαφήνεια για τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά τους, να συγκρίνουν τις καλύψεις και το κόστος τους, να υποβάλλουν αναλυτικές προσφορές , οι οποίες να ανταποκρίνονται πλήρως στις ανάγκες της προς ασφάλιση επιχείρησης  και να προχωρήσουν άμεσα στις διαδικασίες ασφαλιστικής τοποθέτησης.

ασφαλίσεις για επιχειρήσεις